Παρασκευή 16 Νοεμβρίου 2012

Οκτώβρης του '74

 
  Γράφτηκε από Ιρλανδό ποιητή και αναφέρεται στον πόλεμο ανεξαρτησίας των Ιρλανδών από τους Άγγλους, αλλά και στη μεταξύ τους διαμάχη. "Μον' να 'ταν σκοτωμένο στου αρχηγού το πλάι και μόνον από βόλι Εγγλέζου (ή εχθρού μας σε άλλη μετάφραση) να 'χε πάει". Η μεγάλη αδικία δηλαδή, είναι ότι σκοτώθηκε στην εμφύλια διαμάχη από Ιρλανδό και όχι από τους πραγματικούς εχθρούς, τους Άγγλους!   
 
ΤΟ ΓΕΛΑΣΤΟ ΠΑΙΔΙ
Συνθέτης - Μίκης Θεοδωράκης
Στιχουργός - Μπρένταν Μπήαν (Brendan Behan)
Μετάφραση -- Βασίλης Ρώτας
Εκτέλεση:Μαρία Φαραντούρη
 
Ήταν πρωί του Αυγούστου κοντά στη ροδαυγή
βγήκα να πάρω αέρα στην ανθισμένη γη
βλέπω μια κόρη κλαίει σπαραχτικά θρηνεί
σπάσε καρδιά μου εχάθη το γελαστό παιδί

Είχεν αντρεία και θάρρος και αιώνια θα θρηνώ
το πηδηχτό του βήμα το γέλιο το γλυκό
ανάθεμα την ώρα κατάρα τη στιγμή
σκοτώσαν οι εχθροί μας το γελαστό παιδί

Μον΄ να `ταν σκοτωμένο στου αρχηγού το πλάι
και μόνον από βόλι Εγγλέζου να `χε πάει
κι από απεργία πείνας μέσα στη φυλακή
θα `ταν τιμή μου που `χασα το γελαστό παιδί

Βασιλικιά μου αγάπη μ΄ αγάπη θα στο λέω
για το ό,τι έκανες αιώνια θα σε κλαίω
γιατί όλους τους εχθρούς μας θα ξέκανες εσύ
δόξα τιμή στ΄ αξέχαστο γελαστό παιδί

 
Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης, στην εκπομπή «Μονόγραμμα» διηγείται την ιστορία του Αντώνη. «Ο Αντώνης ήταν ένας Αθηναίος, που έμενε στους Αμπελοκήπους, 35 χρονών, απλός, λαϊκός άνθρωπος. Στην Αθηνα, πούλαγε, όπως μας έλεγε, φρούτα, μαναβικά στο καρότσι, ήταν εκείνο τον καιρό, επάγγελμα, σύνηθες. Αυτόν, για κάποιους λόγους τον είχανε για καθάρισμα, στην κομπανία των τιμωρημένων, όπως τους έλεγαν. Έπρεπε να πάρουν στην πλάτη ένα αγκωνάρι από το λατομείο και να ανέβουν κάπου εκατόν τόσα σκαλιά, να το πάνε ένα χιλιόμετρο πιο πέρα που γινόταν μία οικοδομή, δική τους, των Ες Ες να ξαναγυρίσουν  πίσω, να ξαναπάρουν κι άλλο αγκωνάρι. Οι περισσότεροι από τους ανθρώπους αυτούς ήταν κυρίως Εβραίοι. Σε ένα ανέβασμα ένας από τους Εβραίους άρχισε να τρεκλίζει και είπε στον Αντώνη που βρισκόταν δίπλα του "Βοήθα σύντροφε. Βοήθησέ με". Και ο Αντώνης απλώνει το χέρι να του συγκρατήσει την πέτρα. Τον είδαν οι Ες Ες, που φρουρούσαν αυτό το πήγαινε - έλα βγάζει ένας τον περίστροφο, καθαρίζει τον Εβραίο. Όταν ξαναγυρίζουν κάτω στο λατομείο, φωνάζει τον Αντώνη και του δείχνει ένα αγκωνάρι, μιάμιση και δύο φορές πιο μεγάλο από τα συνηθισμένα. Κι ο Αντώνης τότε του δείχνει ένα πολύ μεγαλύτερο και του λέει: "Όχι αυτό, αυτό!". Ο αξιωματικός τα έχασε, τον κοίταξε χωρίς να πει και να κάνει απολύτως τίποτα
 
Στίχοι: Ιάκωβος Καμπανέλλης
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Πρώτη εκτέλεση: Μαρία Φαραντούρη

Εκεί στη σκάλα την πλατιά
στη σκάλα των δακρύων
στο Βίνερ Γκράμπεν το βαθύ
το λατομείο των θρήνων

Εβραίοι κι αντάρτες περπατούν
Εβραίοι κι αντάρτες πέφτουν,
βράχο στη ράχη κουβαλούν
βράχο σταυρό θανάτου.

Εκεί ο Αντώνης τη φωνή
φωνή, φωνή ακούει
ω καμαράντ, ω καμαράντ
βόηθα ν' ανέβω τη σκάλα.

Μα κει στη σκάλα την πλατιά
και των δακρύων τη σκάλα
τέτοια βοήθεια είναι βρισιά
τέτοια σπλαχνιά είν' κατάρα.

Ο Εβραίος πέφτει στο σκαλί
και κοκκινίζει η σκάλα
κι εσύ λεβέντη μου έλα εδω
βράχο διπλό κουβάλα.

Παίρνω διπλό, παίρνω τριπλό
μένα με λένε Αντώνη
κι αν είσαι άντρας, έλα εδώ
στο μαρμαρένιο αλώνι.-

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου