Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2012

Μια παλιά συνέντευξη της Σώτης Τριανταφύλλου.

Η Νέα Υόρκη, η Κουίντα και οι αναγνώστες της που βλέπουν «Εσμεράλδα»

Τα ταξίδια

Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν ταξιδέψει. Δεν είναι τόσο χαρακτηριστικό αυτό. Το χαρακτηριστικό είναι το πώς αισθάνομαι όταν ταξιδεύω. Αισθάνομαι παντού οικεία, δεν νιώθω ξένη πουθενά. Αυτό οφείλεται στο ότι αγαπάω όλο τον κόσμο, βρίσκω ενδιαφέροντα παντού, είμαι πολύ περίεργη και θέλω να μαθαίνω, έχω δίψα για μάθηση. Και έχω μια ευκολία στην επικοινωνία με πολύ διαφορετικούς ανθρώπους, με πολύ διαφορετικές κουλτούρες.

Τα πλήθη

Είναι θέμα του πως τα πλήθη αντιμετωπίζουν το μέρος που επισκέπτονται. Για παράδειγμα στο Grand Canyon, που είναι ένα θαύμα, ένα από τα ωραιότερα μέρη του κόσμου, μου ερχόταν να ουρλιάξω, διότι ο κυρίαρχος ήχος που ακουγόταν ήταν το κλικ από τις φωτογραφικές μηχανές.


To Νεπάλ.

Μετά πήγα στο Νεπάλ. Ήταν μια εκδήλωση του ζην επικυνδίνως, διότι ανακαλύψαμε στη διαδρομή ότι το αυτοκίνητο δεν είχε ούτε ρεζέρβα. Και το καταπληκτικότερο ήταν ότι οι άνθρωποι που πήγαν με αυτό το λεωφορείο δεν γύρισαν πίσω. Γύρισαν μόνο δυο άτομα, οι υπόλοιποι χάθηκαν, έμειναν κάτι έκαναν. Γυρίσαμε στην Αθήνα δύο άτομα, εγώ και μια κοπέλα που γνώρισα εκεί, η οποία μάλιστα αργότερα αυτοκτόνησε.

17
Ήταν πολύ δύσκολα τα πράγματα. Κοιμόμασταν πάνω στο χώμα, υπήρχαν κίνδυνοι, αρρώστιες, κυκλοφορούσαν εκείνη την εποχή κυνηγοί κεφαλών. Βέβαια όταν είσαι 17 χρονών όλα αυτά είναι εξωτικά.

Οι φίλοι

Εδώ έχω μια εστία. Δεν είμαι μόνη μου. Ζω μέσα σ ένα κύκλο από ανθρώπους, ο οποίος δεν μπορεί να μεταφερθεί. Ε ναι τι άλλο;
Νομίζω ότι κανέναν άνθρωπο δεν τον κρατάει κάτι άλλο, οπουδήποτε. Είμαστε εκεί όπου βρίσκεται η καρδιά μας. Για άλλους μπορεί να είναι η οικογένεια τους ή δεν ξέρω εγώ. Για μένα, δεν είναι η οικογένεια, είναι;;;;;

Τα βιογραφικά

Νομίζω ότι τα βιογραφικά εκπροσωπούν την κατάσταση που βρισκόμαστε και το πώς νιώθουμε εκείνη τη στιγμή τους αναγνώστες. Δηλαδή στα διηγήματα είχαν κάτι βιογραφικά υπερβολικά. Αλλά δεν το κατάλαβα και κανείς δεν μου είπε «Σώτη, τι γράφεις εδώ; Μαζέψου. Είσαι στα καλά σου;» Υποτίθεται ότι ήταν ροκ βιογραφικά, ότι και καλά είμαι πολύ ροκ τύπισσα. Τα οποία έγραφα με κάποια αθωότητα, άλλα όταν τα διαβάζει κάποιος που δεν με ξέρει νομίζει ότι είμαι ψωνισμένη. Λοιπόν, όταν αργότερα διάβασα αυτά τα βιογραφικά, και όταν βγήκε το πρώτο μου μυθιστόρημα, έγραψα, ακριβώς ως αντίδραση ένα πολύ μετρημένο βιογραφικό όπου δεν έλεγα παρά τα πολύ βασικά. Στο δεύτερο βιβλίο, που είναι και το πιο πλήρες, το έγραψε μόνος του ο εκδότης. Στο τρίτο απλώς γράφω ότι γεννήθηκα το 57 για να μην νομίζουν ότι είμαι κανά παιδάκι ή καμμιά γριά κυρία ή δεν ξέρω εγώ τι. Νομίζω ότι το πότε έχουμε γεννηθεί δίνει πολλές πληροφορίες για εμάς

Οι ευθύνες και το οικογενειακό περιβάλλον

Πιστεύω ότι ο άνθρωπος έχει ευθύνες για το τι γίνεται από πολύ νωρίς. Τα ερεθίσματα που επιλέγουμε είναι δική μας ευθύνη. Και αυτό σχετίζεται με την οργάνωση του μυαλού μας, με την οξυδέρκειά μας, με την εξυπνάδα μας, με τα χρωματοσώματα μας, δεν ξέρω και εγώ με τι. Αλλά δεν πιστεύω πολύ στην παιδαγωγική ή σε αυτού του είδους την ψυχολογία που αναζητεί όλες τις ευθύνες στο οικογενειακό περιβάλλον

Τα βιβλία

Θέλω να λέω κάθε φορά ότι το προηγούμενο βιβλίο μου είναι χειρότερο απ το αυριανό, και ελπίζω ότι θα μπορώ να το λέω, αλλά το να δηλώνει κανείς συγγραφέας όντας παιδί ή σχεδόν παιδί ή έχοντας εμπειρίες άλλες στο κεφάλι του, με βρίσκει αντίθετη και έτσι δεν μπήκα ποτέ στον πειρασμό. Πρέπει να έχεις ζήσει και να έχεις σκίσει πολλές φορές

Η Κουίντα
΄
Ήμουν τακτική στην Κουίντα ας πούμε. Όπου κανείς ποτέ δεν μου πούλησε τίποτα. Δεν ξέρω. Άμα πήγαινε να μου πουλήσει θα το αγόραζα. Αλλά τίποτα. Έβγαινα πολύ, ξενυχτούσα πολύ και διάβαζα πολύ.


Η Νέα Υόρκη.

Η Νέα Υόρκη ήταν και είναι μια συναρπαστική πόλη και πιστεύω ότι οι άνθρωποι που δεν το βλέπουν αυτό, έχουν κάποιο ψυχολογικό πρόβλημα.
Ναι, είναι το κέντρο του κόσμου, όπως το έχουμε στο μυαλό μας ή όπως το αντιλαμβάνονται οι δυτικοί άνθρωποι. Επίσης, καθώς προχωρεί ο καιρός γίνεται το κέντρο του αστικού κόσμου, γιατί ο φτωχός κόσμος φεύγει απ την Νέα Υόρκη δεν μπορεί να αντέξει τις τιμές, ας πούμε, της στέγης και μετακινείται σε άλλες πόλεις, όπως το New Jersey. Αυτό βέβαια μπορεί να την κάνει πιο «άσηπτη», ωστόσο την κάνει και πιο γοητευτική για κάποιον τουρίστα. Πιστεύω ότι η Νέα Υόρκη ζει στο ύψος του μύθου της .Πιστεύω ότι είναι μια πόλη επίτευγμα από κάθε άποψη.

Το ψυχεδελικό ροκ και ο Μότσαρτ

Στην δεκαετία του εβδομήντα τρελάθηκα με το ψυχεδελικό ροκ, ιδίως τον Μαρκ Μπόλαν. Και έμεινα σε αυτό όπως μένει κανένας στην κλασική μουσική και κανείς δεν του λέει «α παλιό είναι». Δεν το δέχομαι αυτό το σχόλιο. Πιστεύω ότι το κλασικό ροκ είναι ισάξιο του Μότσαρτ

Οι κριτικοί

Πιστεύω ότι οι συγγραφείς πρέπει να κάνουν μια δουλειά, να γράφουν. Τα υπόλοιπα, δηλαδή το να σχολιάζουν τι κάνουν οι άλλοι, απλώς τους παίρνει χρόνο και ενέργεια απ την κύρια δουλειά τους. Το να κρατάνε αρχεία, ας πούμε, με τις κριτικές και αυτό είναι μια γραφειοκρατικοποίηση, που νομίζω ότι μας συρρικνώνει.
Το πανεπιστήμιο
Στο πανεπιστήμιο με περίμεναν τα χειρότερα χρόνια της ζωής μου. Μισούσα τη σχολή και μισούσα τη μιζέρια του πανεπιστημίου. Ήταν μια αηδία. Οι πολιτικές οργανώσεις ήταν μια αηδία.

Ο αναγνώστης

Τον περιμένω διαφορετικό απ ότι είναι. Δηλαδή, έχει αποδειχθεί, ξέρω πως είναι. Συνήθως φαντάζομαι τον αναγνώστη σαν τον ήρωα, σαν τον κεντρικό ήρωα και νομίζω ότι αυτό το έχουμε όλοι όσοι γράφουμε βιβλία. Ωστόσο, σπάνια είναι έτσι. Ένας 20χρονος με μια δυσφορία, με όνειρα απραγματοποίητα, λίγο αγχωτικός, λίγο περισσότερο ευαίσθητος απ το συνηθισμένο κ.λ.π Στην πραγματικότητα απ ότι φαίνεται, οι αναγνώστες είναι διάφορες κυρίες που βλέπουν «Ψίθυρους καρδιάς» και «Εσμεράλδα».
Ελπίζω στα βιβλία μου να ανακαλύψουν αυτό που είπα πριν. Ότι δηλαδή υπάρχει τρόπος να περάσουμε ωραία τα χρόνια που βρισκόμαστε εδώ και ότι υπάρχουν πολλοί άνθρωποι σαν εμένα, για παράδειγμα, που το γράφω αυτό και σαν μερικούς απ τους ήρωες που βρίσκουν ότι ο κόσμος είναι ένας καλός τόπος για να ζεις
 

Στο παζάρι του βιβλίου που γίνεται αυτές τις μέρες στην Αθήνα, ανάμεσα σε άλλα, ανακάλυψα το δέκατο τεύχος του περιοδικού Ανατολικός. Το Νοέμβριο του 1999 η Σώτη Τριανταφύλλου έδωσε μια μεγάλη συνέντευξη στον Πέτρο Τσαπίλη. Πήρα κάποιες απ τις απαντήσεις που έδωσε στην συνέντευξη και έβαλα τίτλους. Μου λείπουν αυτές οι συνεντεύξεις όπου οι ερωτήσεις είναι μικρότερες απ τις απαντήσεις, και οι απαντήσεις μπορούν να σταθούν μόνες τους, οι περισσότερες μοιάζουν με μικρές ιστορίες. Έχω παρατηρήσει τα τελευταία χρόνια, στα έντυπα άλλα και στο ίντερνετ, ότι οι ερωτήσεις των δημοσιογράφων είναι πολλές φορές μεγαλύτερες απ τις απαντήσεις του συνεντευξιαζομενου. Οι δημοσιογράφοι δεν θέλουν(και μάλλον δεν πρέπει) να φανούν άσχετοι για τη ζωή και το έργο του προσώπου που παίρνουν συνέντευξη. Όμως αρκετές φορές περνούν στην άλλη πλευρά, φτάνουν στο σημείο να παίρνουν συνέντευξη απ τον εαυτό τους, και ο άνθρωπος που έχουν απέναντι τους απλά να συμφωνεί ή να διαφωνεί, στην καλύτερη περίπτωση απαντώντας  με λίγα λόγια στις διαπιστώσεις τους, στην χειρότερη απαντώντας μονολεκτικά. Όταν διαβάζω κάτι τέτοιο συνήθως κουράζομαι, και το αφήνω γρήγορα.
Μου άρεσε η απουσία κεντρικού τίτλου στη συνέντευξη. Είναι σαν να έλεγε στον αναγνώστη, «όλο το κείμενο έχει ενδιαφέρον δεν χρειάζεται να απομονώσουμε κάποια φράση». Δείχνει αυτοπεποίθηση για το περιεχόμενο.
Τέλος, η απάντηση της Τριανταφύλλου για το ποιοι άνθρωποι την διαβάζουν, θεωρώ ότι είναι απ τις πιο τολμηρές που έχω διαβάσει μέχρι σήμερα στην ερώτηση αυτή. Το να είσαι συγκεκριμένος στην απάντηση σου, σε μια τέτοια ερώτηση, χωρίς να σκέφτεσαι τις συνέπειες, ότι μπορείς να δυσαρεστήσεις κάποιους που σε διαβάζουν) με έκανε να την εκτιμήσω ακόμα περισσότερο. 

http://www.lifo.gr/team/u653/28725

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου